οὐρίαχος


οὐρίαχος
οὐρίαχος, , das hinterste, letzte Ende: ἔγχεος οὐρίαχος, das untere mit Eisen beschlagene Ende der Lanze

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • ουρίαχος — οὐρίαχος, ὁ (Α) 1. το πίσω σιδερένιο άκρο τού δόρατος 2. το τμήμα τής κεφαλής βέλους που στερεώνεται στην άτρακτο 3. πιθ. το στέλεχος κηροστάτη 4. τμήμα κουπιού. [ΕΤΥΜΟΛ. < οὐρά. Ο τ. αποτελεί πιθ. εκτεταμένη για μετρικούς λόγους μορφή τού… …   Dictionary of Greek

  • οὐρίαχος — bottom masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οὐριάχου — οὐρίαχος bottom masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οὐριάχους — οὐρίαχος bottom masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οὐριάχῳ — οὐρίαχος bottom masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οὐρίαχοι — οὐρίαχος bottom masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οὐρίαχον — οὐρίαχος bottom masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • urioc — urióc (uruióc), uriócuri (uruiócuri), s.n. (reg.) piedin, frimbie, fire neţesute la capătul stofei. Trimis de blaurb, 25.03.2007. Sursa: DAR  urióc ( oáce), s.n. – Primele fire ale urzelii. – var. uruioc, Trans. orioş. sb. urivak sfoară… …   Dicționar Român


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.